Τον εξουδετέρωσε μια μάνα που του πέταξε ένα κεραμίδι για να σώσει από τα χέρια του τον γιο της.
272 πΧ. Πεδίο μάχης ο αργολικός κάμπος. Άλλη μια εμφύλια διαμάχη στην αρχαία Ελλάδα πρόκειται να ξεσπάσει. Ο κήρυκας του Πύρρου προκαλεί τον βασιλιά Αντίγονο αν είναι παλικάρι να κατέβει από το βουνό κοντά στο Ναύπλιο που είχε στρατοπεδεύσει και να τολμήσει μία κατά μέτωπο αντιπαράθεση. Η προσβολή ήταν βαριά για τον Μακεδόνα αρχηγό σε μια περίοδο που οι στρατιώτες δεν ήταν ορκισμένοι στους ηγέτες τους και περνούσαν εύκολα από τη μία παράταξη στην άλλη.
Ωστόσο, προτιμά να παραμείνει οχυρωμένος στα κάστρα παρά την αριθμητική υπεροχή του στρατού του έναντι του Ηπειρώτη αντιπάλου, που είχε μετρήσει πολλές απώλειες στην εκστρατεία στη Σπάρτη. Είχε όμως τη φήμη του ατρόμητου. Ο Πύρρος είχε χάσει την ηρεμία και το καθαρό μυαλό, μετά τον θάνατο του γιου του Πτολεμαίου στη Λακωνία, από το βέλος του Κρητικού τοξότη Όροισου. Η σκληρή εκδίκηση που πήρε κομματιάζοντας στον Σπαρτιάτη Εύαλκο δεν είχε σβήσει την οργή του. Ο Πύρρος είχε στενές σχέσεις με τον πατέρα του Αντίγονου Γονατά, τον Δημήτριο Πολιορκητή από τον οποίο έμαθε τα μυστικά του πολέμου.
Η αδελφή του Πύρρου, Δηιδάμεια είχε παντρευτεί τον Δημήτριο, όμως πέθανε το 299 π. Χ και η συγγενική τους σχέση διαλύθηκε. Επιπλέον, ο Δημήτριος παντρεύτηκε την πρώην γυναίκα του Πύρρου, Λάνασσα η οποία εγκατέλειψε τον στρατηλάτη επειδή δεν άντεχε να ζει ανάμεσα στις βάρβαρες ερωμένες του. Το μίσος ήταν άσβεστο. Οι δύο στρατοί βρίσκονταν μπροστά στο Άργος γιατί τους είχαν καλέσει οι δύο πολιτικές δυνάμεις της πόλης που ήταν σε διαμάχη. Όταν όμως τους είδαν οι Αργίτες σκέφτηκαν πως όποιος και αν νικούσε, αυτοί θα έβγαιναν χαμένοι.
Έστειλαν κήρυκες στα δύο στρατόπεδα να συμφιλιωθούν, αλλά ο Πύρρος αρνήθηκε, καθώς έπρεπε να διαχειριστεί και τους αφηνιασμένους Γαλάτες που έσερνε μαζί του και στασίαζαν με την πρώτη ευκαιρία. Κυρίως όμως, ήθελε να τελειώσει με την υπόθεση Πελοπόννησος πριν από τον χειμώνα γιατί είχε νέες βλέψεις.
Ο κακοί οιωνοί και το κεραμίδι Ο Αριστέας, αρχηγός των δημοκρατικών του Άργους, έσπασε τη συμφωνία και πήγε ένα βράδυ στη σκηνή του Πύρρου, όπου του είπε να περιμένει μήνυμά του για να βρει την πύλη ανοιχτή.
Ο Ηπειρώτης βασιλιάς διέταξε θυσία και οι ιερείς έσφαξαν τρία βόδια, τα αποκεφάλισαν και έβαλαν τα σώματά τους πάνω στον βωμό. Τότε ο Πύρρος είδε τα κεφάλια των ζώων που ήταν πεταμένα στη γη να βγάζουν τις γλώσσες και να γλείφουν το αίμα! Σαν να μην έφτανε αυτό η ιέρεια του ναού του Λυκείου Απόλλωνα έπαθε παράκρουση και άρχισε να φωνάζει ότι βλέπει αίματα και νεκρούς παντού και έναν αετό να ορμάει και μετά να χάνεται.
Ο Πύρρος οργάνωσε γλέντια για να αναπτερώσει την ψυχολογία των στρατιωτών του και τα άσχημα σημάδια ξεχάστηκαν. Το σύνθημα από τον Αριστέα έφτασε: «απόψε στο Διαμπερές». Σιγά – σιγά οι στρατιώτες του μπήκαν στην πόλη και οι ελέφαντες που κουβαλούσε μαζί του έμειναν στις πύλες για να προκαλούν δέος. Προκάλεσαν όμως και θόρυβο. Η πόλη ξύπνησε και ο Αντίγονος ειδοποιήθηκε.
Ο Αντίγονος δεν μπήκε ο ίδιος στο Άργος, αλλά ηγήθηκε ο γιος του Αλκυονέας, μαζί με χίλιους Σπαρτιάτες και Κρητικούς, που έστειλε ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρέας. Οι μάχες ξεκίνησαν από την αγορά του Άργους, όπου έσπευσε ο Πύρρος με τους ιππείς του για να βοηθήσει τους Γαλάτες. Ο θρύλος λέει ότι εκείνη τη στιγμή είδε ένα χάλκινο σύμπλεγμα που παρίστανε έναν λύκο να παλεύει με έναν ταύρο και θυμήθηκε έναν χρησμό που έλεγχε ότι θα πεθάνει τη μέρα που θα δει ένα λύκο να παλεύει με έναν ταύρο. Αμέσως διέταξε υποχώρηση με συνέπεια να προκληθεί σύγχυση. Ο αγγελιαφόρος έκανε λάθος και αντί να μεταφέρει το μήνυμα «να ανοίξουν οι πύλες», ζήτησε από τον γιο του Πύρρου, Ελένο, ενισχύσεις.
Έτσι, όταν ο στρατός του Πύρρου έσπευδε να φύγει, ορμούσε μέσα ο γιος του! Οι Ηπειρώτες χτυπιόντουσαν μεταξύ τους και οι ελέφαντες αγρίεψαν και πατούσαν τους πεζούς, ενώ ένας ελέφαντας που χτυπήθηκε έφραξε την πύλη. Ο Πύρρος διέταξε και πάλι επίθεση στους Αργείτες. Μέσα στον πανικό, ο ηγεμόνας της Ηπείρου που πολεμούσε χωρίς διακριτικά, μονομαχούσε με έναν νέο μπροστά σε ένα σπίτι. Η μητέρα του νέου, είδε τη σκηνή από τη στέγη, άρπαξε ένα μεγάλο κεραμίδι και το πέταξε στο κεφάλι του Πύρρου.
Ένας στρατιώτης με το όνομα Ζώπυρος, αναγνώρισε την ταυτότητα του λιπόθυμου Πύρρου κι έκοψε το κεφάλι του. Ο Αλκυονέας-γιος του βασιλιά- το πήρε και το πέταξε μπροστά στα πόδια του πατέρα του. Ο Αντίγονος έξαλλος δεν εκτίμησε καθόλου την απρεπή κίνηση του γιου του. Σήκωσε τη βακτηρία του και οργισμένος, χτύπησε τον γιο του αποκαλώντας τον βάρβαρο. Ηρέμησε μόνο όταν ο Αλκυονέας του πήγε ζωντανό τον γιο του Πύρρου, Έλενο. Ο Αντίγονος τίμησε τον Έλενο, του έδωσε τα λείψανα του πατέρα του και του επέτρεψε να επιστρέψει στη πατρίδα τους για να τον τιμήσει με την αρμόζουσα τελετή.